αναθεματισμένος


αναθεματισμένος
-η, -ο
μετοχή παθητικού παρακειμένου τού αναθεματίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναθεματισμένος — ἀ̱ναθεματισμένος , ἀναθεματίζω devote to evil perf part mp masc nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναθεματίζομαι — αναθεματίζομαι, αναθεματίστηκα, αναθεματισμένος βλ. πίν. 34 Σημειώσεις: αναθεματίζομαι : η μτχ. αναθεματισμένος χρησιμοποιείται και ως επίθετο και ως ουσιαστικό (→ αυτός που αξίζει ανάθεμα, κατάρα) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναθεματίζω — (Α ἀναθεματίζω) 1. καταριέμαι, βλασφημώ 2. (παθ. μτχ.) αναθεματισμένος, η, ο (αρχ. μσν. ἀνατεθεματισμένος, η, ον) ο άξιος κατάρας ή αποστροφής, καταραμένος (Εκκλ.) παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα, αποκηρύσσω, καταδικάζω, αφορίζω αρχ. προσφέρω ως… …   Dictionary of Greek

  • επάρατος — η, ο 1. που είναι επιβαρημένος με κατάρα, καταραμένος, αναθεματισμένος. 2. μτφ., απαίσιος, αποτρόπαιος, μισητός: Επάρατη αρρώστια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταραμένος — η, ο ο άξιος κατάρας, αναθεματισμένος: Να μην τον ξαναδώ μπροστά μου τον καταραμένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.